Springe direkt zu Inhalt

Μνήμες από την Κατοχή στην Ελλάδα

Λιμός

Πεινασμένο παιδί στους δρόμους της Αθήνας. Προσωπική συλλογή Γεώργιου Χανδρινού

Πεινασμένο παιδί στους δρόμους της Αθήνας. Προσωπική συλλογή Γεώργιου Χανδρινού

Αθηναίοι ψάχνουν για τρόφιμα στα σκουπίδια, 1942. Προσωπική συλλογή Ιάσονα Χανδρινού

Αθηναίοι ψάχνουν για τρόφιμα στα σκουπίδια, 1942. Προσωπική συλλογή Ιάσονα Χανδρινού

"Έλαβα μια εξοργιστική αναφορά για την κατάσταση στην Ελλάδα. Εκεί η πείνα έχει εξελιχθεί σε μάστιγα. Κατά χιλιάδες πεθαίνουν οι άνθρωποι στους δρόμους της Αθήνας από την εξάντληση, όλα αποτέλεσμα της βίαιης βρετανικής πολιτικής του ναυτικού αποκλεισμού, και μάλιστα σε βάρος ενός λαού που αφελώς θέλησε να βγάλει τα κάστανα από την φωτιά για λογαριασμό των Εγγλέζων. Αυτή είναι η ευγνωμοσύνη του Λονδίνου". 

Γιόζεφ Γκέμπελς, Υπουργός Προπαγάνδας του Ράιχ

"Το πρόβλημα είναι: μας ωφελεί η καλή διάθεση των Ελλήνων; Βαραίνουν περισσότερο για μας ο στόλος τους, η αποτελεσματικότητα της παθητικής τους αντίστασης και η επιχειρησιακή δυνατότητα των ελεύθερων στρατευμάτων τους, σε περίπτωση που επιτρέψουμε τον εφοδιασμό της χώρας σε δημητριακά, από το κέρδος που θα αποκομίσει από αυτή την κίνηση ο εχθρός; Είναι σημαντικό για μας να έχουμε έναν υγιή πληθυσμό 7,5 εκατομμυρίων αγγλόφιλων Ελλήνων για να υποστηρίξουμε την θέση μας στην ανατολική Μεσόγειο μετά τον Πόλεμο; Ή θα μπορούσαμε να αποδεχτούμε ότι ο πληθυσμός της Ελλάδας θα μειωθεί σε πέντε εκατομμύρια από την πείνα και η υγεία τους -προ πάντων των παιδιών- θα καταστραφεί σε τέτοιο βαθμό που η στάση τους θα γίνει ακραία αντιβρετανική; Τα υπέρ και τα κατά αυτής της κατάστασης πρέπει να ζυγιστούν με μεγάλη προσοχή, πριν αποφασίσουμε να αφήσουμε την Ελλάδα να λιμοκτονήσει. Θα πρέπει επίσης να αναλογιστούμε πως οι Έλληνες δεν θα πεθάνουν της πείνας σιωπηλά. Και επίσης πρέπει να λάβουμε υπόψη την κοινή γνώμη στις ΗΠΑ". 

Έντουαρτ Γουόρνερ, Φόρειν Όφφις, αναφορά, 11.7.1941.

Η Ελλάδα πείνασε έντονα την περίοδο της Κατοχής. Η έλλειψη τροφίμων υπήρξε αισθητή και ανησυχητική για μεγάλο μέρος του πληθυσμού από τις ημέρες της γερμανικής εισβολής. Μετά την κατάληψη της χώρας, η επισιτιστική κατάσταση βρισκόταν ήδη εκτός ελέγχου. Εξαιτίας της αναστάτωσης που είχαν προκαλέσει οι εχθροπραξίες, δεκάδες χιλιάδες άτομα είχαν βρεθεί μακριά από τις εστίες τους αναζητώντας καταφύγιο σε άλλες περιοχές. Το γεγονός ότι η πλειονότητα αυτών των εσωτερικών μεταναστών βρέθηκε στις πόλεις, έφερε σε αδιέξοδο το κεντρικό σύστημα διανομής αγαθών και δημιούργησε χάσμα ανάμεσα στις συνθήκες ζωής των αστικών κέντρων και της υπαίθρου, όπου οι κάτοικοι μπόρεσαν να διατηρήσουν ένα σταθερό επίπεδο διαβίωσης. Βασικός παράγοντας της επισιτιστικης κρίσης υπήρξε ο ναυτικός αποκλεισμός από τις βρετανικές δυνάμεις. Επιπρόσθετα εμπόδια προκάλεσε η κατάρρευση του συγκοινωνιακού δικτύου και ο χωρισμός της επικράτειας σε ζώνες κατοχής, σε σημείο που να δυσχεραίνεται η μεταφορά τροφίμων ακόμα και σε γειτονικά διαμερίσματα. Μεγάλες ποσότητες αγροτικών προϊόντων, πατάτες, σταφίδες και λάδι, επιτάχθηκαν από τα κατοχικά στρατεύματα που σύντομα αντικατέστησαν αυτή την λεηλασία της παραγωγής με το σύστημα πληρωμής σε ειδικά χαρτονομίσματα. Στις 9 Ιουνίου 1941, οι κάτοικοι της Αθήνας ξεκίνησαν να λαμβάνουν τρόφιμα με δελτίο. Παράλληλα, η Μαύρη Αγορά έλαβε τεράστιες διαστάσεις. Σύμφωνα με τις πηγές της εποχής, το μεγαλύτερο μέρος της σοδειάς από την επαρχία δεν κατέληγε στην αγορά αλλά σε κερδοσκόπους και μεσάζοντες. Το παράνομο εμπόριο σχεδόν αντικατέστησε τις πραγματικές συναλλαγές και σε λίγους μήνες τα τρόφιμα είχαν σχεδόν εξαφανιστεί από τα ράφια των καταστημάτων. Συσσίτια άρχισαν να οργανώνονται από την εκκλησία, φιλανθρωπικές οργανώσεις και τον Ερυθρό Σταυρό αλλά δε μπορούσαν να ανακουφίσουν την τραγική κατάσταση. 

Τον χειμώνα του 1941-42 τουλάχιστον 30.000 πέθαναν από τις άμεσες συνέπειες του υποσιτισμού. Μολονότι θύματα της πείνας υπήρξαν άνθρωποι από όλες τις τάξεις του πληθυσμού, ιδιαίτερα υπέφεραν τα κατώτερα στρώματα, εργάτες, μισθωτοί και υποαπασχολούμενοι. Δυσανάλογα μεγάλος ήταν και ο αριθμός των νεκρών ανάμεσα σε ηλικιωμένους, αρρώστους και ανάπηρους. Οι δρόμοι της Αθήνας παρουσίαζαν φριχτό θέαμα. Άνθρωποι κατέρρεαν από εξάντληση, περαστικοί προσπερνούσαν αδιάφορα τα πτώματα που στοιβάζονταν στις δύο πλευρές των δρόμων, προτού τα μαζέψουν τα απορριματοφόρα του Δήμου. Εκτός από τις πόλεις, υψηλό τίμημα πλήρωσαν και τα νησιά τα οποία δε διέθεταν αυτάρκεια σε τρόφιμα. Σε περιπτώσεις, όπως η Σύρος, η θνησιμότητα υπήρξε αναλογικά υψηλότερη και από τις φτωχογειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά. Από στατιστικής πλευράς, ο ακριβής υπολογισμός των θυμάτων του κατοχικού λιμού είναι αδύνατος και μόνο κατ' εκτίμηση μπορεί να αποδοθεί. Σε κάθε περίπτωση, η πείνα κόστισε περισσότερες ζωές Ελλήνων από ό,τι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι βομβαρδισμοί, ο ανταρτοπόλεμος και τα αντίποινα των κατοχικών δυνάμεων μαζί και για αυτό τον λόγο παραμένει ένα από τα ισχυρότερα στοιχεία στη συλλογική μνήμη μέχρι σήμερα.