Springe direkt zu Inhalt

Μνήμες από την Κατοχή στην Ελλάδα

Αντίσταση

Γυναίκες στην Αντίσταση

Γυναίκες στην Αντίσταση

Του Χάρη Αθανασιάδη και της Αρχοντίας Μαντζαρίδου

Το εκπαιδευτικό σενάριο «Αντίσταση» οικοδομήθηκε πάνω σε δύο έκκεντρες εμπειρίες και μνήμες: Μίας έφηβης μεσολογγίτισσας και ενός νεαρού βολιώτη Εβραίου.

Η πρώτη, η δεκαπεντάχρονη Πλουσία Λιακατά, απαντώντας σε όσα ορμητικά εισέβαλαν τότε στον επαρχιακό μικρόκοσμο όπου ζούσε, παίρνει ένα μονοπάτι που τη φέρνει ολοένα και πιο κοντά στον σκληρό πυρήνα της εαμικής Αντίστασης. Από το Φθινόπωρο του 1942, που σχεδόν σαν παιχνίδι περνούσε από τα ιταλικά μπλόκα μεταφέροντας μηνύματα από τη μια γειτονιά στην άλλη, έως το καλοκαίρι του ’44, που ένοπλη αντάρτισσα μαχόταν στα βουνά της Ευρυτανίας, πέρασαν λιγότερο από δύο χρόνια. Αλλά σε δίσεκτους χρόνους, όταν πυκνές εξελίξεις ανατρέπουν την παγιωμένη τάξη των πραγμάτων, μαζί με τις συνθήκες και τις προτεραιότητες αλλάζουν με ταχύτητα και οι ίδιοι οι άνθρωποι. Ο ορίζοντας της Πλουσίας διευρύνθηκε απότομα, το ανέμελο κορίτσι μεταμορφώθηκε σε μαχητική αγωνίστρια, όσα νωρίτερα φάνταζαν βγαλμένα από σελίδες βιβλίων, έγιναν τώρα απτή, βιωμένη πραγματικότητα, μέρος της καθημερινότητάς της.

Ο δεύτερος, ο νεαρός Εβραίος Μηνάς Σαμπετάι, αν δεν έφτανε στην πόλη του ο πόλεμος, θα συνέχιζε μάλλον απρόσκοπτα τις μαθητικές του σπουδές, την ενασχόληση με τα εμπορικά του πατέρα του και θα μετείχε όπως πάντα στη σαββατιάτικη Συναγωγή – όχι γιατί ήταν θρησκευόμενος, αλλά γιατί αυτός ήταν ο τρόπος του να υπάρξει ως διαφορετικός σε μια κοινωνία που τον κοίταζε καχύποπτα. Με την Κατοχή, όμως, η καθημερινότητα του Μηνά θ’ αλλάξει ριζικά: θα ενταχθεί στην ΕΠΟΝ και θα εμπλακεί μαζί με άλλους και άλλες σ’ ένα παιχνίδι γεμάτο συναντήσεις, διαβουλεύσεις, μικρές μα επικίνδυνες δράσεις – συνθήματα σε τοίχους, «τρικάκια» και εφημεριδούλες, παράνομα ραδιόφωνα που μιλούσαν για τα μακρινά, μεγάλα μέτωπα του πολέμου. Κι όταν ο κλοιός θ’ αρχίσει να σφίγγει, όταν οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής δρομολογήσουν και στον Βόλο την Τελική Λύση, η διαφυγή στην Ελεύθερη Ελλάδα έγινε για τον Μηνά μονόδρομος. Όμως η εκεί στρατευσή του στον ΕΛΑΣ, η δράση του στην Επιμελητεία του Αντάρτη υπήρξε ως φαίνεται συνειδητή επιλογή.

Αυτές, οι αδιανόητες στην εποχή της ειρήνης διαδρομές των ανθρώπων, φωτίζουν κάποια από τα πολλά ρυάκια που συναντήθηκαν δημιουργώντας το μεγάλο ποτάμι της αντίστασης στους κατακτητές. Ακούγοντας τους δυο αφηγητές μας, δεν μαθαίνουμε βέβαια πότε, πως, από ποιους ιδρύθηκαν οι αντιστασιακές οργανώσεις που έμελλε να πρωταγωνιστήσουν, όπως το ΕΑΜ, η ΕΠΟΝ και ο ΕΛΑΣ (αλλά και ο ΕΔΕΣ, η ΕΚΚΑ και οι άλλες μικρότερες). Βλέπουμε όμως μερικούς από τους δρόμους μέσα από τους οποίους συναντήθηκαν με την Αντίσταση οι πολλοί, καθημερινοί άνθρωποι, αυτοί που δεν είχαν ήδη πολιτικές ή ηρωικές προδιαθέσεις, αυτοί ακόμη που η ζωή τους οριζόταν από σκληρές, ανελαστικές κοινωνικές δομές, όπως συνέβαινε πριν από τον πόλεμο με τις γυναίκες και τις μειονότητες. Καταλαβαίνουμε πως αυτό το ποτάμι έγινε μεγάλο κι ορμητικό, εκτός των άλλων και επειδή ήταν ανοιχτό σε πολλές συνεισφορές, ακόμα και όσες φάνταζαν εκ πρώτης όψεως αταίριαστες.

Φυσικά δεν πρέπει ούτε στιγμή να ξεχνάμε πως οι δύο αυτοί άνθρωποι αφηγούνται περιστατικά μιας εποχής ύστερα από σχεδόν επτά δεκαετίες. Αφηγούνται, συνεπώς, ό,τι τους έκανε εντύπωση, ό,τι είχε σημασία γι’ αυτούς, ό,τι καθόρισε τις επιλογές τους. Η υποκειμενικότητα είναι η μήτρα της μνήμης, η αποσπασματικότητα είναι εγγενές στοιχείο της. Αν, βέβαια, ο συνεντευκτής είναι ικανός –αν γνωρίζει καλά την εποχή για την οποία ρωτάει κι αν οικοδόμησε διαύλους επικοινωνίας με τον αφηγητή, τον «πληροφορητή»–, είναι πιθανό να ανοίξει παράθυρα απ’ όπου θα ξεπηδήσουν εικόνες ξεχασμένες, μονοπάτια που ανοίγονται σε λιγότερο αναμενόμενες κατευθύνσεις.

Όταν ακούμε τους αφηγητές μας, δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε πως όλες αυτές οι εμπειρίες τους φθάνουν σε εμάς ως μνήμες, που σημαίνει αναγκαστικά φιλτραρισμένες από μεταγενέστερες εμπειρίες, από ύστερες γνώσεις, από πολιτικές και αισθητικές αντιλήψεις που παγιώθηκαν στη συνέχεια. Δεν αποκλείεται, άλλωστε, ο αφηγητής να ψεύδεται, να αποκρύπτει συνειδητά όσα εκτιμά πως αμαυρώνουν την εικόνα του. Όλα αυτά, όμως, δεν σημαίνουν πως κάθε προσπάθεια να ανασυνθέσουμε πτυχές του παρελθόντος δια της προφορικής ιστορίας είναι ατελέσφορη και άρα μάταιη. Διότι, η επίγνωση αυτών των αναγκαστικών διαμεσολαβήσεων, μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει σε εκλέπτυνση των εργαλείων μας, σε μεγαλύτερη έγνοια ν’ αφαιρούμε τα αλλεπάλληλα στρώματα με προσοχή, όπως οι αρχαιολόγοι που ύστερα από το φτυάρι και την τσάπα, θα χρησιμοποιήσουν τα ξέστρα, τα σκουπάκια και τα πινέλα αν δεν θέλουν να καταστρέψουν τα ευρήματά τους και να χάσουν τις κρυμμένες στο χώμα πληροφορίες.

Αυτά τα στοιχειώδη, που έχουμε κατά νου ως ιστορικοί όταν συλλέγουμε ή αναμετριόμαστε με ιστορίες ζωής, καθοδηγούν και τις επιλογές μας όταν ύστερα ως παιδαγωγοί σχεδιάζουμε διδακτικά σενάρια με πρώτη ύλη προφορικές αφηγήσεις. Έχοντας αρχικά ορίσει τον γνωστικό στόχο, ξεδιαλέγουμε κατόπιν τα θραύσματα της μνήμης που μπορούν ν’ αξιοποιηθούν ως σημεία εκκίνησης. Εκείνα που επιτρέπουν να κινηθούμε επαγωγικά από το ειδικό στο γενικό, από το μερικό στο ολικό και πάλι πίσω, ώστε ο μαθητής να κερδίσει διπλά: Να δει πώς διαφορετικοί άνθρωποι εμπλέκονται στα μεγάλα ζητήματα της εποχής τους, πώς συνεισφέρουν άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο σε αυτή ή την άλλη εξέλιξη των πραγμάτων, μα ταυτόχρονα πώς οι ζωές τους επικαθορίζονται από δυνάμεις που υπερβαίνουν τον ορίζοντά τους.

Η οπτική αυτή καθόρισε την αρχιτεκτονική και τα δομικά υλικά αυτού του σεναρίου, το οποίο απευθύνεται κυρίως σε έφηβους 14 έως 16 ετών. Ο τελικός γνωστικός στόχος είναι, ασφαλώς, να αποκτήσει ο μαθητής μία κατά το δυνατόν συνεκτική εικόνα του σύνθετου ιστορικού φαινομένου που ονομάστηκε Αντίσταση. Μα για να την αποκτήσει θα πρέπει να την κατακτήσει. Υιοθετώντας αρχικά το υποκειμενικό βλέμμα του αφηγητή, ο μαθητής οικοδομεί σταδιακά την εικόνα ενόσω αναμετριέται με τα ερωτήματα, ενόσω διαχειρίζεται τα υλικά αναζητώντας απαντήσεις. Ο τρόπος με τον οποίο τα υλικά και τα ερωτήματα είναι ταξινομημένα ορίζουν, ασφαλώς, το διανοητικό κανάλι μέσα στο οποίο κινείται ο μαθητής. Αλλά τα περιθώρια κινήσεων, εκτροπών και πισωγυρισμάτων είναι εσκεμμένα μεγάλα, έτσι που ο μαθητής βιώνει σε κάποιο βαθμό την πρόκληση, την αναζήτηση, την ανακάλυψη, την επινόηση και, εν τέλει, την ικανοποίηση του ερευνητή.

Το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα, συνηθίζουμε να λέμε. Αν καταφέρουμε, στο διανοητικό ταξίδι που τον καλούμε, να νοιώσει ο μαθητής κάτι από την περιέργεια και την έξαψη που νοιώθει ο πραγματικός ταξιδιώτης σαν φτάνει σε μια πραγματική άγνωστή του χώρα, θα ’χουμε επιτελέσει στο ακέραιο το ρόλο μας: Το ρόλο του δασκάλου.